
Αθήνα, 25 Ιουνίου 2009
Ένα πράγμα που δεν μάθαμε δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι είναι να κρατάμε αρχείο. Η υστεροφημία ήταν στο εγχειρίδιο της καφωδειακής παιδείας μας λέξη άγνωστη. Η παρούσα έκδοση είναι παιδί απόλυτα δικό του, όχι μόνο γιατί του αφιερώνεται, αλλά και γιατί η πραγμάτωσή της ακολούθησε μια διαδρομή που μοιάζει περισσότερο με ερωτική ιχνηλασία παρά με γραμμική μεθόδευση δεδομένων και επιθυμητού αποτελέσματος.
Δεν υπερβάλλω όταν λέω πως καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Τρίτου Προγράμματος δεν γνωρίζαμε το βράδυ που φεύγαμε από το κτίριο της ΕΡΤ αν την επόμενη μέρα θα επιστρέψουμε. Διαισθανόμασταν από την αρχή ότι αυτό το διαρκές άνοιγμα των ορίων του τι δύναται να κάνει ένας κρατικός πομπός στο πλαίσιο μιας «ευνομούμενης πολιτείας» δεν θα μας οδηγούσε σε μια ήρεμη και αναίμακτη συνταξιοδότηση.
Την περίοδο που ο Μάνος έζησε στη Νέα Υόρκη διέγνωσε αυτό που θα ερχόταν αργότερα και στα καθ’ ημάς, εννοώ τις μεθοδεύσεις, τους μηχανισμούς και τις υστερόβουλες κατασκευές της πολιτιστικής βιομηχανίας και της μαζικής κουλτούρας και τα επικίνδυνα αποτελέσματά τους. Επικίνδυνα για την ελευθερία του ανθρώπου, γιατί, όπως εύστοχα το θέτει ο Τάσος Λιγνάδης σε μια τοποθέτησή του που θα τη βρείτε παρακάτω στα πρακτικά του διαλόγου, «πιστεύω ότι η πιο επικίνδυνη καταπίεση δεν είναι η πολιτική, αλλά η πολιτιστική που την προετοιμάζει και τη σφραγίζει.» Σήμερα μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι το πείραμα αυτό παίχτηκε με επιτυχία στις πλάτες όλου του πλανήτη, και πια οδεύει προς το τέλος του καταρρέοντας ενδορηκτικά. Ο Μάνος είχε σημάνει συναγερμό πολύ πρώιμα, αναλαμβάνοντας – πολλές φορές εις βάρος της δικής του καλλιτεχνικής δραστηριότητας – έναν ρόλο πολιτιστικού λειτουργού. Αυτήν την πλευρά του θέλουμε εδώ να φωτίσουμε, γι΄αυτό διαλέξαμε την περίοδο 1974 με 1981 – την υπαλληλική του, όπως ο ίδιος λέει – που είναι γεμάτη από τις πολιτιστικές του παρεμβάσεις στην εύθραυστη κοινωνική ισορροπία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Όταν τον περασμένο Δεκέμβρη συνάντησα ερασιτεχνικές λήψεις εικόνων από τις οδομαχίες που έλαβαν χώρα στο κέντρο της Αθήνας μεταξύ της αστυνομίας και των σημερινών «παιδιών της γαλαρίας», επενδεδυμένες με τη μουσική του, βεβαιώθηκα απόλυτα ότι η διελκυστίνδα που τότε θεμελίωσε, αντιδρώντας στη συντήρηση συνολικά με το έργο του και με τη δημόσια παρουσία του, άφησε ένα στέρεο αποτύπωμα και δημιούργησε ένα «κακό προηγούμενο» στην ιστορία της αποστρατιωικοποιημένης καταστολής, που λειτουργεί και εμπνέει ακόμα – σήμερα, ίσως, πιο έντονα από ότι τότε.
Την εν λόγω επταετία ο Μάνος Χατζιδάκις ανέλαβε για ένα χρονικό διάστημα τη διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και της Λυρικής Σκηνής και σκόνταψε πάνω στο υπαλληλικό κατεστημένο, μετέφερε τη δράση του εκτός των ορίων της πρωτεύουσας οργανώνοντας τις Γιορτές των Ανωγείων το ’79, το ’80 και το ’81, τους Μουσικούς Αύγουστους στο Ηράκλειο της Κρήτης το ’80 και το ’81 και τους αγώνες τραγουδιού στην Καλαμάτα και στην Κέρκυρα, για να καταλήξει αργότερα να ιδρύσει την Ορχήστρα των Χρωμάτων και το Σείριο. Περιττό να πω ότι τα πρόσωπα και οι ομάδες που μας συνέστησε μας απασχόλησαν επί μακρόν δικαιώνοντας τις επιλογές του, στο μέτρο που δικαίωσαν και τη δική τους δυνατότητα, κάτι που εύλογα δε συνέβη σε όλες τις περιπτώσεις.
Νομίζω πως δεν χρειάζεται να πω περισσότερα για να εξηγήσω τον τίτλο που διαλέξαμε για αυτό το λεύκωμα. Η καταστασιακή θεωρία προτάσσει το ζήτημα του πολιτισμού και προτείνει τη δημιουργία καταστάσεων που εμπλέκουν άτομα και σύνολα, εξαναγκάζοντάς τα – τρόπο τινά – να εκτεθούν και να συνδράμουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Η διαφορά με τη δημιουργία και την άνωθεν επιβολή συνθηκών που συμβάλλουν στο να τελεσφορήσει ένα πείραμα της καθεστηκυίας τάξης είναι καταφανής και συνοψίζεται στο κατά πόσον το έδαφος που προτείνεται είναι εύφορο ή στείρο, στο κατά πόσον οι άνθρωποι καλούνται να έρθουν με ή χωρίς τις πνευματικές τους αλυσίδες.
Η σημερινή ψηφιακή τεχνολογία θα μας επέτρεπε να επεξεργαστούμε το φωτογραφικό υλικό με τρόπο που να σβήνει από πάνω του τα σημάδια του χρόνου. Διαλέξαμε να μην το κάνουμε γιατί θεωρούμε ότι τα ίχνη που αφήνει ο χρόνος περισσότερο εμπλουτίζουν παρά φθείρουν την εντύπωση, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο. Ακολουθώντας την ίδια λογική θεωρούμε εξαιρετικά ενδιαφέρον και επακόλουθο των όσων περιγράφω παραπάνω το ότι το αρχείο με τη ζωντανή μετάδοση των Μουσικών Γιορτών που έγιναν στα Ανώγεια το ’79 αναζητήθηκε για χρόνια στο οργανωμένο αρχείο της ραδιοφωνίας, αλλά τελικά βρέθηκε στο παρά πέντε, όταν εντελώς τυχαία ο Γιάννης Περτσελάκης – το νεότερο, τότε, μέλος, της Μουσικής Ακαδημίας Κρήτης – άνοιξε μια κούτα στην αποθήκη του και συνάντησε έξι κασέτες που περιείχαν μια ερασιτεχνική ηχογράφηση από το ραδιόφωνο του τριήμερου διαλόγου με θέμα τη «σημασία μιας λαϊκής παράδοσης στον καιρό μας». Αυτός είναι και ο λόγος που κάποια κομμάτια της λείπουν από το κείμενο που θα διαβάσετε παρακάτω.
Ο κύριος όγκος του φωτογραφικού υλικού είναι «δια βλέμματος» Κώστα Ελευθεράκη (θα τον συναντήσετε στη σελίδα 258), συμπεριλάβαμε και κάποιες «αγνώστου πατρός» που ευγενικά μας παραχώρησε ο Γιώργος Κλάδος από το προσωπικό του αρχείο.
Θέλω να ευχαριστήσω τη Σοφία Γαλαριώτη για την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία απομαγνητοφώνησε και επιμελήθηκε το κείμενο, τη Χρυσαυγή Δασκάλα για λόγους που δεν μπορούμε να σας αποκαλύψουμε ακόμα, την Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη και τη Μόιρα-Έλενα Αργυράκη για την παραχώρηση των σκίτσων του Μίνου Αργυράκη, το Δημήτρη Λέκκα, το Νίκο Κούνδουρο και το Σπύρο Σακκά για την άμεση συστράτευση και τις πολύτιμες συμβουλές τους και τέλος το Γιάννη Παναγόπουλο, το διοικητικό συμβούλιο της ΓΕΣΕΕ και βέβαια τον Κώστα Σκηνιώτη για την άμεση ανταπόκριση και την ευαισθησία σε θέματα πολιτισμού.
Γιώργος Μητρόπουλος




